Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Το Όραμα του Γέρου

Κι ως τους κυνήγησε η τουρκιά απ’ όλα τ’ άλλα μέρη
έσωσε κει στην ερημιά και στου βουνού τ’ αγέρι
μονάχος με το άτι του, άγριος κι αρματωμένος
χωρίς πληγή που να πονεί κι ας είναι ματωμένος 

Μα ένα βάρος στην καρδιά μια θλίψη τον κατέχει  
που ' ναι μεγάλη και τρανή άνθρωπος να την έχει

Βρήκε κοτρόνι ριζιμιό έξω από ξωκλήσι
Κι έκατσε ν’ αναρωτηθεί μες της ψυχής τη δύση:
Έρμη πατρίδα!... πως μπορείς να ‘σαι αλυσοδεμένη!
Που 'ναι η κυρά η Παναγιά κι οι τόσοι αντρειωμένοι
Που σε κρατάγαν ζωντανή, λαμπρή και δοξασμένη..

Κι όπως καθότανε βαρύς με την καρδιά θλιμένη
Η κούραση του χαλασμού ύπνο κλεφτό του φέρνει
Και τότε βλέπει απάνω του νεφί λαμπρό να βγαίνει
Και μέσα σ’ άσπρη φορεσιά κάποια θεά να κραίνει:

- Γιατί γιαγέρνεις λυπηρός; Τι σ’ έχει γονατίσει;

Κρίμα βαρύ τη μοίρα του Έλληνας να θρηνήσει!

Δεν είσαι συ για να θρηνείς, σήκω λοιπόν και κίνα

Και το μεγάλο πόλεμο μονάχος σου ξεκίνα!


Σαστίζει ο Γέρος και δειλά τα μάτια της γυρεύει
Ποια είσαι συ; - τηνε ρωτά - τι θάμα με παιδεύει;
Άλλοι με λένε Παναγιά, άλλοι Αθηνά Παλλάδα
Είμαι το πνεύμα της φυλής, η ζωντανή Ελλάδα!

Ήρθε η ώρα στρατηγέ και νιώσε το καθάρια
Της λευτεριάς, που έρχεται με φτερωμένα αχνάρια
Κι αυτό που θέλεις και ζητάς σε σένανε ανήκει
Αν την κερδίσεις μοναχός με το αίμα σου τη νίκη
Αν λαχταράς τη Λευτεριά σε άλλους μην ελπίζεις
Μόνος σου πάρτην αν μπορείς, αλλιώς δεν την αξίζεις..

- Μόνος μου; -κάνει ο Γέροντας - για κοίταξε κυρά μου
Όλοι μ’ εγκαταλείψανε κανείς ολόγυρά μου!

Αρχαίο κάλλος η φωνή έχει που τ’ απαντάει :
- Φτάσε εκεί που δεν μπορείς κι η μοίρα θα σε πάει!
Το δίκιο για τη Λευτεριά αυτό μονάχα φτάνει
Κι ολόγυρά σου όπου διαβείς θα ‘ρχεται ανθρωπομάνι
Σήκω ξεκίνα στρατηγέ και βιάστηνε την ώρα
Και θα σηκώνω δίπλα σου ένα λαό, μια χώρα!

- Και πως θ αντέξω; - τη ρωτά - σε τέτοιο μονοπάτι;
Δεν έχω άλλονε σιμά εξός το πέρφανο άτι!
- Αυτό σου είναι αρκετό Ακρίτα στην πορεία
Μ’ αυτό θα φτάσεις, θα διαβείς μ’ αυτό στην ιστορία!

Εφρούμαξε το άλογο σαν έφευγε το θάμα
Κι αναπετάχτη ο στρατηγός ομνύοντας το τάμα :
- Δίπλα μου στέκε Παναγιά και θα 'ρθει κείνη η ώρα
Να σε δοξάζει ο λαός σε μια καινούργια χώρα!

Πεζεύει κι αρματώνεται κι ολόκορφα τραβάει
Και πάνω ο ήλιος ο λαμπρός κρυφά χαμογελάει
Ρίχνει τον ίσκιο τον τρανό στο γέρο στρατηλάτη
Καθώς το δρόμο της Τιμής παίρνει καβάλα στ’ άτι

Σήμερα στέκει ο στρατηγός μπρούτζινος ξεγερμένος
Σε χώρα μισολεύτερη κι ειν’ προβληματισμένος
Σαν να μην τον γρικά κανείς να δείχνει στους αιώνες
Και στους λαούς, της Λευτεριάς πως γίνονται οι αγώνες...