Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Esperanca

Quando o mundo diz, ''Desista'', a esperanca sussurra, ''Tente uma vez mais''...
Στην πορφύρα της Ανατολής σαν άχρωμες δείχνουν οι άλικες παπαρούνες.
Φωτιά στο Νότο, φωτιά στο Βορρά. Φωτιά στην άσβεστη φωτιά της Ανατολής.
''Φωτιά η φωτιά μου, αχώνευτη… '' έλεγε ο τελευταίος ποιητής.
Άψις αχώρητη στο χωροχρόνο η πεθυμιά να δεις χτισμένη με τάξη την άβυσσο μες στην καρδιά του ανθρώπου. 
Από τότε που το αγαθό κι η αρετή διαδόθηκαν σα συνώνυμα της αδυναμίας, κυριάρχησε το αφύσικο.
Κόσμος ''αγαμέτης'' που ζητά να αναπαράγει με κατάτμηση το κίβδηλο καταργώντας τη συνουσία του δημιουργικού.
Στις αγέλες των ανθρώπων η αγάπη έγινε φτηνό κι αγελαίο ''αγάπημα''.
Άγος που τρέφει το άγχος της σύγχρονης ζωής ευτελίζοντας την έννοια του μέτρου στην αποδοχή της μετριότητας.

Στην πορφύρα της Ανατολής κάθε αναίρεση φαντάζει αδύνατη απ’ τον πολιτισμό μας που ψάχνοντας την ανατολή αναδύθηκε στη Δύση.
Belo Mundo!Κοντέψαμε να ξεχαστούμε...
Τόσο ώστε να μην αφεθεί η ματιά πέρα απ' το γκρίζο.

Esperanca. Φαντάζεις αναλώσιμη σε κάθε ανάλεκτη φλυαρία…
Στην αναλογία των στυγνών αριθμών τριγύρω, η ακτίνα της κατανόησης μοιάζει σαν απεγνωσμένος ανάπλους…

Minha esperanca, αναπνοή. Στα πυρακτωμένα σου μετέωρα καίγεται το ψέμα του αναπόδραστου κι η πορφύρα της φωτιάς σου μοιάζει τόσο με την πορφυρή αλήθεια της ανατολής.
Ενός καινούργιου κόσμου, σαν κόσμημα που το κρατάς στο χέρι σου και μειδιάζεις...

Σ’ αυτή τη συντεταγμένη αναρχία του αφύσικου η αίσθηση της αναρχοαυτονομίας μας είναι ο ορισμός του οξύμωρου αυτοσαρκασμού!
Μα αυτή τη Λαμπρή ανάστα ''συνέλληνα'', ανάστα ''σύντροφε''.
Πέρα και πάνω απ’ τη βλακώδη περιχαράκωσή σου στη σκόπιμη διαίρεση, ανάστα έστω και σαν πολίτης σε σύγχυση!
Ανάστα πατριώτη όπου γης γιατί ύστατη πατρίδα εντέλει είναι ολόκληρη η Γη.
Καθετί λιγότερο είναι μια παρωχημένη πλέον και μάταια ανάσχεση μιας πορφυρής ανατολής που δε θ’ αργήσει…