Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Καραϊσκάκης - ο γιός της Καλογριάς



[ Το βουνό χρυσή σκάλα, κλέφτες και κουρσάροι το κατεβαίνανε
και σ’ όλους αυτούς μέσα ποιος?
Ένας ξεχώριζε, του Γένους το καμάρι
Της καλογριάς ο γιος! ]...

έγραφε ο μεγάλος του έθνους ποιητής Κωστής Παλαμάς αρχίζοντας - μα μην τελειώνοντας ποτέ δυστυχώς - το ισοομηρικό έπος που ήθελε να αφιερώσει στον ''Αχιλλέα του 1821'' όπως ονόμαζε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, τον ήρωα που συνέθετε τον άγγελο και το δαίμονα, τον Φάουστ και τον Μεφιστοφελή…

Γιος του καπετάνιου Ίσκου και της καλογριάς (νεωκόρου) Ζωής που από μικρός ήτανε ο καταδιωγμένος ''μούλος'', ο ''μπάσταρδος'' που ξεκινώντας απ’ τα 15 του έστησε δικό του κλέφτικο με έδρα μια σπηλιά όπως αυτή που γεννήθηκε για να επιβιώσει, περνώντας στη συνέχεια στα σώματα του Κατσαντώνη και του Αλήπασα, μέχρι εν μέσω κακουχιών και ασθενειών - απ’ αυτές τις κακουχίες που τον κατάτρεχαν - να ανδρωθεί τόσο, ώστε να έχει το δικό του καπετανάτο στην επαναστατημένη Ρούμελη του 1821.

Ήταν ο ανένταχτος καπετάνιος που δεν ήθελαν στις τάξεις τους οι άλλοι καπεταναίοι, γιατί ‘ταν μούλος και ιδιόρρυθμος, μα ούτε και η επαίσχυντη Φαναριωτο-Υδρέϊκη κυβέρνηση που προκάλεσε τον εμφύλιο του 1824 και τον κυνήγησαν αμφότεροι και τον δίκασαν, όπως βέβαια και τους άλλους αγωνιστές της Εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης του γένους…
Μέχρι να μυηθεί στα της Φιλικής Εταιρείας στα Εφτάνησα όπου πήγαινε να καταπολεμήσει το χτικιό (φυματίωση) που τον ταλαιπωρούσε, ήταν καπετάνιος που ανεβοκατέβαινε με το ασκέρι του την Πίνδο και τα Άγραφα κυνηγημένος και πολεμώντας πάντα με όλους : Τούρκους και καπεταναίους της Φαναριώτικης Κυβέρνησης.

Τον Ιούλιο του 1823 του γράφει ο Μαχμούτ πασάς της Σκόδρας να προσκυνήσει αυτόν και το Σουλτάνο και να παραταχτεί μαζί του. Του απαντάει ο Καραϊσκάκης : ''Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω κι εγώ πασά μου. Έ λοιπόν ρώτησα τον πούντζον μου τον ίδιον, κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω, κι αν έρθεις καταπάνω μου ευθύς να πολεμήσω''
Αυτό το αθυρόστομο χαρακτηριστικό του καπετάνιου, ήταν η έκφραση της συνολικά επαναστατημένης προσωπικότητας, που σε αντίθεση με τους προσκυνημένους και τους οσφυοκάμπτες του σήμερα, της εποχής μας, εποχής της επανάστασης των σαλονιών, αποτελεί πρότυπο Ηγέτη που θα ‘πρεπε να γνωρίζουν οι Έλληνες. Ηγέτη που να θεωρεί τον ''πούτζον του'' σημαντικότερο από την πολλάκις εμετική ''πολιτική ορθότητα''...

Η φαναριώτικη κυβέρνηση του Μαυροκορδάτου, Κωλέττη και Κουντουριώτη πέραν των επιδρομών που οργάνωσαν με μισθοφορικά σώματα στο Μωρηά πληρωμένα από τα πρώτα δάνεια της Αγγλίας που χρησίμευσαν σε εμφύλιο πόλεμο και όχι στον Αγώνα, για να εξοντώσει τον πληθυσμό στρατολόγησης των σωμάτων του Κολοκοτρώνη και του Νικηταρά, αφού δεν τα κατάφερε προσπαθούσε να φέρει σε απευθείας ρήξη και αλληλοσπαραγμό τους Κολοκοτρώνη και Καραΐσκάκη... Αυτού του αδιαμφισβήτητου καπετάνιου της Ρούμελης, στου οποίου στα μεγαλύτερα στρατιωτικά του κατορθώματα συγκαταλέγονται ο αντιπερισπασμός που έκανε στο επί ένα χρόνο πολιορκούμενο Μεσολόγγι βοηθώντας τελικά 1000 πολιορκημένους να επιζήσουν από την ηρωική Έξοδο. Λίγο μετά στη μάχη της Αράχοβας εξολοθρεύει τα 7/8 του στρατού του Μουσταφά χτίζοντας πυραμίδα με 1.500 κεφάλια Τούρκων σε απάντηση για τα 3.000 κεφάλια Ελλήνων που έστησαν οι Τούρκοι στα τείχη του Μεσολογγίου και στη συνέχεια στη μάχη του Διστόμου εξολοθρεύει με απώλειες 40/1 άλλη τούρκικη στρατιά...

Ο Κιουταχής κι ο Ιμπραήμ όμως με τις πολυάριθμες στρατιές τους σε Ρούμελη και Μωρηά αντίστοιχα, παρέμεναν κίνδυνος για τον Αγώνα και ο Καραϊσκάκης αποφασιστικά κατέβηκε στο Ανάπλι για να δει πως θα συστρατευθεί Ρούμελη και Μοριάς, παρά τις προσπάθειες των κυβερνητικών για διχασμό των αρχιστράτηγων που είπαμε παραπάνω. Είχε ήδη στείλει μια ''γραφή'' στον Κολοκοτρώνη κι αυτός όταν πήρε τη γραφή του μηνά πως τον καρτεράει στο λημέρι του. Μαζί με Σουλιώτες καπεταναίους σπεύδει ο καπετάνιος της Ρούμελης, ο γιός της καλογριάς να συναπαντήσει το Γέρο του Μωρηά...
Αναστενάζει βαριά ο Γέρος στο συναπάντημα και του λέγει : ''Είμαστε για κλάματα μπροστά στα τόσα δεινά της πατρίδας ωρέ Καραισκάκη, πάμε να κουβεντιάσουμε, να τα σιάξουμε τα πράματα'' και μπαίνουν σ’ ένα άδειο κτίριο για το ''στρατηγείο'' τους.
''Με συμβουλεύανε να φέρω τα ρουμελιώτικα ασκέρια, - του ξομολογιέται ο Καραϊσκάκης -, να ρημάξουμε το Μωρηά. Αν ακούσεις από κανέναν τίποτα μη βάλεις βάση σε τέτοια κεραταριά! Μονάχα αν ενωθούμε σώνεται η πατρίδα!''...
''Το ξέρω ωρέ, - του απαντάει ο Γέρος - και μόνο εσύ μπορείς να σηκώσεις στ’ άρματα τη Ρούμελη και θα σε συδράμω για το σκοπό αυτό με το Γενναίο μου και το Νικήτα…''
Αυτό ήταν. Λιτά, ξάστερα κι αντρίκια. Τινάζονται πάνω ο Μοριάς και η Ρούμελη, αγκαλιάζονται, φιλιώνται αδερφικά κι ορκίζονται να ‘ναι για πάντα ενωμένοι !
Αυτή η συνάντηση έκρινε και το αποτέλεσμα του στρατιωτικού μέρους του Αγώνα, καταστρέφοντας τα χθόνια σχέδια των Φαναριωτών και των κοτσαμπάσηδων για φόρου υποτέλεια σε αυτούς και την Οθωμανική Πύλη μιας ημιαυτόνομης μικρής Ελλάδας...

Εκεί στο Ανάπλι και αναγκαστικά ο Καραϊσκάκης χρίζεται αρχιστράτηγος της Ρούμελης από τον εχθρό του τον Ζαΐμη της κυβέρνησης και λύνονται τα χέρια του για τον ξεσηκωμό και την επανελευθέρωση της Ρούμελης.
Ο Κωλέττης του συστήνει ένα γραφιά τον Παναγιώτη Σούτσο, να τον πάρει λέει αν θέλει μαζί του να γράφει την ιστορία του. Ενθουσιάζεται ο Καραϊσκάκης γυρίζει και του λέει: ''Έλα σιμά ωρέ, πάω να λευτερώσω την Αθήνα. Να ‘σαι σιμά, εγώ θα πολεμώ κι εσύ θα γράφεις!'' Ήταν ο πρώτος που στο ασκέρι του ως απόλεμος δεν του φόρεσε στο κεφάλι ''το βρακί της Κατερίνας''. Το περίφημο βρακί της Κατερίνας το φορούσε σε όποιον δείλιαζε ή ντρόπιαζε τ’ άρματα και ήταν ο φοβερότερος διασυρμός στη Ρούμελη. 

Αυτός ήταν ο απρόβλεπτος διαβολοκαπετάνιος, που όταν νωρίτερα τον δίκαζαν με στημένες συκοφαντίες, κάποιος τον έκρινε και για το χαρακτήρα του. ''Έτσι είναι το χούι μου να βρίζω'' απάντησε και όταν ο προεστός τον κατέκρινε για αυτό ως μεγάλο άνθρωπο κοντά στα πενήντα και να βρίζει, του λέει: ''Κι εσύ γέρο-Πάνο είσαι ογδόντα χρονώ μα θαρρώ το χούι να γαμάς δεν το ‘κοψες'' και το ακροατήριο λύθηκε στα γέλια συμπαθώντας τον και αφήνοντάς τον εντέλει ελεύθερο.

Άλλοτε πάλι αναρρώνοντας κοντά σ’ ένα μοναστήρι στην Κεφαλλονιά απ’ το χτικιό του, κι ενώ ο πόλεμος βάσταγε στο καπετανιλίκι του, πείστηκε από ένα καλόγερο να κάνει τάμα στην Παναγιά το μοναδικό που είχε μαζί του, έναν γάιδαρο φορτωμένο με ψευτογιατρικά κι εφόδια. Τη μέρα που έγιανε παραδίνοντας το γάιδαρο στο μοναστήρι λέει : ''Αμ δεν τόλεγες Μαυρομάτα (Παναγιά) τόσο καιρό πως θέλεις το γάιδαρο κι έχασα τόσες μέρες πόλεμο….''

Αρχιστράτηγος λοιπόν της Ρούμελης έπρεπε να κομίσει στράτευμα στην πολιορκούμενη από τον Κιουταχή Αθήνα, που την υπερασπιζόταν ο Γκούρας και την γλίτωνε ο άγνωστος λαγουμιντζής Χορμοβίτης που έβγαζε άχρηστα τα λαγούμια των οθωμανών σώζοντας μόνος του την Ακρόπολη από ανατίναξη και μένοντας στους ανώνυμους δυστυχώς και της σημερινής ιστορίας. Σκοτώνεται ο Γκούρας και υπό την πίεση του χρόνου ο γραμματικός του Γκούρα που ο Καραισκάκης τον έλεγε Μετερνίχο, του στέλνει γραφή με τη βούλα του Γκούρα (τα είχε προυπογράψει) να βιαστεί σε βοήθεια. Βλέποντας τη βούλα ο Καραισκάκης λέει : ''που το ‘ξερα εγώ ο έρμος πως ο Μετερνίχος έμαθε το Γκούρα τόσα γράμματα που να γράφει και πεθαμένος!''
Με πάνοπλο το ασκέρι δυο χιλιάδων παλικαριών της Ρούμελης νυχθημερόν ασταμάτητα και μέσα από βουνοκορφές έφτασε στο Κερατσίνι σε δυο μερόνυχτα, γεγονός που μόνο του αποτελεί άθλο! Οι συμπολεμιστές του τον είχαν για ζαβό (τρελό) μα τον ακολουθούσαν τυφλά γιατί μόνο στο άκουσμα πως πλησιάζει ο Καραϊσκάκης, ο εχθρός μαζευότανε και υποχωρούσε...

Στρατοπεδεμένος στο Κερατσίνι μαζί με το στρατό του Νικηταρά, πηγαίνει καλεσμένος στη γαλλική ναυαρχίδα του Δεριγνύ που είχε κανονιστεί εν αγνοία του να δει τον Κιουταχή και να έρθουν σε συμφωνία. Όταν ανέβηκε στο πλοίο η ομοβροντία του τιμητικού κανονιοβολισμού τον έκανε να τιναχτεί και ο Δεριγνύ τον πείραξε λέγοντας : ''Φοβήθηκες?'' Ο Καραϊσκάκης του το κράταγε και την επομένη που ο Δεριγνύ φτάνει καλεσμένος στη σκηνή του Καραϊσκάκη, ένας υπασπιστής του φέρνει μπροστά εκεί που κάθονταν ένα ...βαρέλι μπαρούτης με αναμμένο φυτίλι για ν’ ανάψει ο μουσαφίρης τον καπνό του. Έντρομος ο Δεριγνύ πετάγεται πάνω και του λέει : ''Είσαι τρελός? Θα μας ανατινάξεις όλους?'' Κι ο Καραισκάκης σβήνοντας το φυτίλι με το χέρι του λέει :'' Φοβήθηκες καπετάνιο? '' παίρνοντας το αίμα του πίσω...

21 Απρίλη του 1827 και ο Καραισκάκης έχει βγει για επιθεώρηση χώρου προετοιμαζόμενος για την μεγάλη επίθεση της 23 Απριλίου κατά του Κιουταχή απ' τη μεριά του Ελαιώνα. Σε μια παρενόχληση του τουρκικού ιππικού στο Φάληρο επιτίθεται με τους λίγους άντρες του και τους τρέπει σε φυγή. Δέχεται όμως πισώπλατα το βόλι από μισθοφόρο που εντεταλμένα ακολουθούσε το ασκέρι του... Μεταφέρεται τραυματισμένος σε γαλλική φρεγάτα λέγοντας :''Πέστε στον πούστη και τους δικούς του να εύχονται να πεθάνω, γιατί άμα ζήσω θα τους γαμήσω!'' Γνωρίζοντας προφανώς τον εκτελεστή του και τους Φαναριώτες που ήταν πίσω του και το εκμυστηρεύτηκε πριν ξεψυχήσει στην απαρηγόρητη σύντροφο, ερωμένη, νοσοκόμα μα και σωματοφύλακά του μια τουρκαναθρεμένη χανούμισσα που τον ακολουθούσε παντού ντυμένη σαν άντρας γενίτσαρος...

23 Απρίλη του 1827, ο γιός της καλογριάς, άφησε την ψυχή του ν’ ανέβει στο Πάνθεο των ελλήνων Ηρώων, σκοτωμένος άνανδρα από συμμαχικό βόλι...
Η κατάπτυστη κυβέρνηση πλέον και οι ραδιούργοι σύμμαχοι (Κόχραν και Τσόρτς) είχαν ευκολότερη δουλειά, αφού ο Νικηταράς έμεινε μόνος του και ο στρατός του Καραΐσκάκη θα οδηγούνταν σε στημένη πανωλεθρία. Την επομένη κιόλας που ξημέρωσε 24 Απρίλη του 1827 και δυο χιλιάδες Σουλιώτες του Μπότσαρη και Κρητικοί οδηγούνται με το λαθεμένο στρατηγικά σχέδιο των Κόχραν και Τσόρτς στον κάμπο του Φαλήρου, οχυρωμένοι σε όρυγμα να αποκρούσουν επίθεση του ιππικού του Κιουταχή. Το σχέδιο μάχης έλεγε πως κατά την εμπλοκή εφεδρείες θα επιτίθονταν στα πλαϊνά των Τούρκων, κάτι που δεν έγινε ποτέ... Παράλληλα τα καριοφίλια των αμυνόμενων δεν λειτουργούν, γιατί από την προηγουμένη το μπαρούτι που τους έστειλε ''δώρο'' τάχα ο γαλλικός στόλος ήταν σκόπιμα σκάρτο κι ο Κιουταχής προφανώς το γνώριζε...
Οι Μπότσαρης και Τζαβέλας, ήρωες του Σουλίου και του Μεσολογγίου, αφού κατάλαβαν τη μπαμπεσιά διατάζουν να σύρουν οι άντρες τους τα σπαθιά και με αυτά στάθηκαν μπροστά στο ιππικό του Κιουταχή πολεμώντας και πέφτοντας μέχρι ενός...
Ήταν η πανωλεθρία του Ανάλατου... Μια πανωλεθρία που ακολούθησε τον χαμό του Καραισκάκη, ο οποίος πολέμησε εν μέσω Τούρκων και Ελλήνων κυβερνητικών διωγμένος και κατατρεγμένος πάντα και παντού από όταν γεννήθηκε, φτάνοντας να γίνει ο αρχιστράτηγος εκφραστής της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης στη Ρούμελη, κόντρα στα σχέδια και τα συμφέροντα της συστημικής εξουσίας της.

Ένας μόνο, του στάθηκε σταθερός φίλος και σύμμαχος και μάλιστα τον γλίτωσε κάποιο χειμώνα που το ασκέρι του είχε περικυκλωθεί από Τούρκους κι Έλληνες στο μέσο μιας χιονοθύελλας στον Παρνασσό... Ο Αντρέας Ίσκος, ο από άλλη μάνα ...αδερφός του, που είχε αναλάβει το καπετανάτο του Δημήτρη Ίσκου, του πατέρα του Καραϊσκάκη, που ποτέ δεν έμαθε ποιος ήταν, αλλά και τα παιδιά του ποτέ δεν έμαθαν πως ήταν αδέρφια, παρότι αδερφοί και σύμμαχοι στον πόλεμο μέχρι τέλους...

Είναι η τραγική αποκορύφωση της ιστορίας ενός κατατρεγμένου ήρωα, που μετέτρεψε τον αρνητισμό της ζωής σε εθνικοαπελευθερωτικό άθλο, διδάσκοντας εμάς τους σημερινούς επαναστάτες του καναπέ, πως η ελευθερία απαιτεί ενίοτε να ακολουθούμε τον ''πούτζον'' μας περιφρονώντας την ''πολιτική ορθότητα''….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου